Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Kείμενο της φετινής μας θεματικής ενότητας: Έμφυλη Βία και Ετεροκανονικότητα'


ΕΜΦΥΛΗ ΒΙΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

Τί σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τη λέξη φύλο;

Το φύλο, καθώς και οι ρόλοι που το συνοδεύουν, αποδίδονται κατά τη γέννα διακρίνοντας τους ανθρώπους σε άντρες και γυναίκες, ενώ το έμφυλο σώμα δεν είναι ένα βιολογικό δεδομένο, όπως πιστεύουμε, αλλά μια συγκεκριμένη κοινωνική – πολιτισμική και εν τέλει πολιτική χειραγώγηση της πολύμορφης ανθρώπινης ύπαρξης. Στη πραγματικότητα, τα σώματα παρουσιάζουν μια πολυμορφία που δε μπορεί να περιγραφεί εντός του διπόλου άντρας-γυναίκα. Στα πλαίσια αυτής της κατηγοριοποίησης, ανάλογος διαχωρισμός γίνεται όσο αναφορά τους κοινωνικούς ρόλους που καλούνται να επιτελέσουν τα δύο φύλα. Η φαινομενική αυτή συνέχεια μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου δεν οφείλεται πάρα μόνο στην επαναλαμβανόμενη επιτέλεση συγκεκριμένων πράξεων-ρόλων που έχουν αποδοθεί από την κοινωνία. Οι πράξεις αυτές είναι επιτελεστικές στο βαθμό που η ταυτότητα ή η ουσία που εκφράζουν δεν είναι πάρα μια κατασκευασμένη επινόηση.
Οι παραπάνω διαχωρισμοί εντάσσονται στο πλαίσιο της ετεροκανονικότητας, η οποία αναφέρεται σε μια αλληλεξάρτηση του φύλου και της σεξουαλικότητας και καθορίζει το φύλο σαν μια δυαδική κατηγορία και φυσικοποιεί την σεξουαλική έλξη μόνο όταν αυτή απευθύνεται στο αντίθετο φύλο. Μη ετεροφυλοφιλικές δομές επιθυμίας και φύλα εκτός του διπόλου περιθωριοποιούνται ως αποκλίνοντα από την ετεροκανονική νόρμα και ταυτόχρονα ρυθμίζονται από αυτή. Ωστόσο, όταν μιλάμε για την ετεροκανονική νόρμα αναφερόμαστε σε μια ομογενή μορφή ετεροσεξουαλικότητας, η οποία μπορεί να περιγραφεί αυστηρά μέσα από την παραδοσιακή «πυρηνική οικογένεια». ’Έτσι, δεν αντιπροσωπεύουν όλες οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις την νόρμα, όπως για παράδειγμα οι πολυγαμικά ερωτικές σχέσεις που κοινωνικά κατακρίνονται από την αστική «ηθική».

Η ετεροκανονικότητα, διατηρώντας και αναπαράγοντας τις πατριαρχικές δομές, καθορίζει τον τρόπο μέσω του οποίου διαμορφώνονται οι σχέσεις και οι συμπεριφορές, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα συγκεκριμένο πρότυπο το οποίο καθορίζει τί είναι αποδεκτό και φυσιολογικό. Το πρότυπο αυτό περιορίζεται στα στενά όρια ενός cis, straight, λευκού, «αρτιμελούς» άντρα. Η πατριαρχία δίνει κοινωνική δύναμη και αξία μόνο στους άντρες που κινούνται μέσα στα στενά πλαίσια που ορίζει το ίδιο το σύστημα, με αποτέλεσμα ένα μικρό μέρος της κοινωνίας να παρήγαγε τα πρότυπα τα οποία στη συνέχεια αναπαράχθηκαν και αναπαράγονται από το σύνολό της. Το πατριαρχικό σύστημα ορίζει το καλό, το κακό, το ωραίο, το άσχημο, το επιθυμητό, το ανεπιθύμητο, τον ανδρισμό, τη θηλυκότητα, τις κάθε είδους σχέσεις, με παγιωμένα, απαρχαιωμένα και απολύτως φαλλοκεντρικά κριτήρια, (προ)αποκλείοντας πλήρως τη συμμετοχή και την αναγνώριση των κοινωνικών ομάδων εκτός των λευκών, στρέιτ, cis αντρών. Παρατηρείται δηλαδή μια άνιση κατανομή ισχύος, με αποτέλεσμα μια μερίδα της κοινωνίας να καταπιέζεται συστημικά και ουσιαστικά. Ο όρος πατριαρχία όμως αδυνατεί να περιγράψει το σύνθετο πυραμιδικό σύστημα που διασταυρώνει πολλαπλασιαστικές κοινωνικές δομές κυριάρχησης και υποταγής, διακυβέρνησης και καταπίεσης που εντοπίζονται στην κοινωνία. Εντούτοις, παρά τους άλλους κύκλους κυριαρχήσεων, η κοινωνία εξακολουθεί να είναι διαρθρωμένη σύμφωνα με τις πατριαρχικές γραμμές υποταγής σε όλες σχεδόν τις μορφές οργανώσεων, προς όφελος εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή. Οι δομές κυριαρχίας δηλαδή που στηρίζονται στην πατριαρχική αντίληψη περί φυσικής ανωτερότητας του ανδρικού φύλου και της φυσικοποίησης της ετεροφυλοφιλικής έλξης στα πλαίσια της ετεροκανονικότητας, λειτουργούν μέσα σε ένα γενικευμένο σύστημα αλληλεξαρτώμενων αξόνων και δομών καταπίεσης. Η «κανονικότητα» αύτη λοιπόν που αναγνωρίζουμε στα πλαίσια της ετεροκανονικής κοινωνίας, δεν περιορίζεται στα πρότυπα για το φύλο και τη σεξουαλικότητα, αλλά αλληλεπιδρά με/και περιλαμβάνει πρότυπα και νόρμες για το σύνολο των περίπλοκων ανθρωπίνων ταυτοτήτων (σεξουαλική, έμφυλη, εθνική, θρησκευτική, φυλετική, ηλικιακή, ταξική, αναφορικά με τη μετανάστευση, την αναπηρία, το HIV status, τη neurodiversity, τις ψυχικές ασθένειες, το σώμα και εν γένει την εμφάνιση). Η αδυναμία του παγιωμένου προτύπου αυτής της περιβόητης «κανονικότητας» να αποδώσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης οδηγεί αναπόφευκτα στην δημιουργία υποκειμένων που τίθενται εκτός του υπάρχοντος γλωσσο-πολιτισμικού πλαισίου (όροι όπως Intersex, Non-binary), η ύπαρξη των οποίων δεν προεικάζεται πουθενά, με άμεση συνέπεια την αντιμετώπισή τους ως κάτι το «εξωγήινο» ή «ξένο». Αυτή η αποτυχία συμμόρφωσης στις φαλλοκεντρικές επιταγές συνιστά το έναυσμα για την αμφισβήτηση, και συνακόλουθα την αφετηρία για την ολική αποδόμησή του.

Επομένως, οτιδήποτε δεν χωράει και προσαρμόζεται σε αυτό το πρότυπο της «κανονικότητας» περιθωριοποιείται - και θεωρώντας το μη υπαρκτό - καλύπτεται από τους κανονιστικούς μηχανισμούς της κοινωνίας. Η καταπίεση των ατόμων που δεν χωράνε στο πρότυπο αυτό είναι συστημική και έχει αντίκτυπο σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας τους. Η καταπίεση αυτή δεν παίρνει πάντα τη μορφή της άμεσης σωματικής βίας, αλλά εκφράζεται συχνά με τρόπους πιο δυσδιάκριτους, με καθημερινούς αποκλεισμούς, με απαίτηση και επιβράβευση της συμμόρφωσης-ένταξης σε κανονιστικά πλαίσια. Τα κανονιστικά πλαίσια αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικοποίησης από τα περιβάλλοντα της οικογένειας, του σχολείου και του δημόσιου διαλόγου. Στα πλαίσια αυτά ορίζεται όχι μόνο το «κανονικό» και «επιθυμητό» αλλά και το «ανώμαλο», το «ανεπιθύμητο», το «άλλο».

Αλλά υπάρχουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου